Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ




..... είπαν προφητείες και το πίστεψαν λαοί που έκλαψαν, σαν άκουσαν το «Πάρθεν, πάρθεν η πόλις πάρθεν».

Το ψιθύρισαν οι ταπεινωμένες γενιές του σκλαβωμένου έθνους, που θρήνησαν στα ερείπια: «της ούτω ελεεινώς εφθαρμένης, και πρώην καλλίστης των εν τη γη πόλεων της μιας και κοινής πατρίδος τω ελληνικώ γένει», όπως γράφει ο πατριάρχης Γεννάδιος «επί τη αλώσει της Πόλεως»· λιτά, τα λόγια αυτά συμπληρώνουν και εξηγούν τα τελευταία λόγια του δύστηνου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου: «Η πόλις αλίσκεται κα’ μοι ζην έτι περιεστίν;». Δεν βρίσκεται ένας χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι; Λόγια του πρώτου νεομάρτυρα του έθνους.

Το 657 π.Χ., ναυτικοί από τα Μέγαρα, υπό τον Βύζαντα, χτίζουν στην έσχατη άκρη της Ευρώπης το Βυζάντιο, εκεί όπου ο Βόσπορος ανοίγει και σχηματίζει τη θάλασσα του Μαρμαρά. Οι ακτές δεν ήταν άγνωστες στους Έλληνες αποίκους. Ο Βόσπορος βρίσκεται στο σταυροδρόμι δύο από τους μεγαλύτερους εμπορικούς δρόμους της Ιστορίας. Η σημασία της θέσης του Βυζαντίου δεν αργεί να γίνει αντιληπτή. Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, όλοι έστρεψαν τα βλέμματά τους προς το Βυζάντιο, γιατί εξουσίαζε την είσοδο της Μαύρης Θάλασσας, που οι βόρειες ακτές της ήταν ο σιτοβολώνας των Αθηνών. Ο Φίλιππος ο Μακεδών και ο γιος του, ο Μέγας Αλέξανδρος, κατάλαβαν ότι η κύρια πύλη της Ασίας ήταν το Βυζάντιο. Ρωμαίοι αυτοκράτορες, αντιθέτως, είχαν καταλήξει να βλέπουν την κραταιά στρατηγική του θέση σαν απειλή.

Στον δεύτερο, όμως, Λικινικό Πόλεμο του 322-323 μ.Χ., όταν ο Λικίνιος χρησιμοποίησε το Βυζάντιο για βάση όλης της εκστρατείας του εναντίον του Κωνσταντίνου, έπαθε πανωλεθρία, έχασε τον στόλο του στον Ελλήσποντο και τελικά ο στρατός του νικήθηκε στη Χρυσούπολη. Μετά την παράδοσή του δεν υπήρχε λόγος να αντισταθεί περισσότερο. Ο μεγάλος αντίπαλός του, όμως, ο Κωνσταντίνος, είχε προσέξει τη στρατηγική του θέση. Είδε ότι το Βυζάντιο είχε πολλές άλλες δυνατότητες. Μόλις λοιπόν τελείωσε ο πόλεμος έφερε αμέσως τοπογράφους και αρχιτέκτονες και το χτίσιμο άρχισε1.



Η ίδρυση

Η Κωνσταντινούπολη χτίστηκε σε παράλια ελληνόφωνα και ενσωμάτωσε μια αρχαία ελληνική πόλη. Ο Κωνσταντίνος, για να δώσει έμφαση στον ελληνισμό του, φρόντισε η νέα πρωτεύουσα του κράτους του να αποτελέσει το κέντρο των τεχνών και των γραμμάτων. Έχτισε βιβλιοθήκες, που τις γέμισε με ελληνικά χειρόγραφα. Ακόμη περισσότερο την κόσμησε με μουσεία που είχαν καλλιτεχνικούς θησαυρούς απ’ όλα τα μέρη της ελληνικής Ανατολής. Και στις 11 Μαΐου του 330, σε ειδική τελετή, έγιναν τα εγκαίνια της μεγάλης πόλης, της «Κωνσταντινούπολης-Νέας Ρώμης», την οποία αφιέρωσε στην Αγία Τριάδα και στη Μητέρα του Θεού.

Αξίζει να αναφέρουμε την αφιέρωση της Πόλης την ώρα των εγκαινίων της, όπως ανέγραψε ο Μέγας Κωνσταντίνος στην ιδρυτική στήλη της πόλης αυτής: «Σοι Χριστέ, κόσμου Βασιλεύς και δεσπότης, σοι προστίθημι τήνδε την δούλην πόλιν και σκήπτρα τήσδε και το παν Ρώμης κράτος φύλαττε ταύτην, σώζε δ’ εκ πάσης βλάβης»2.

Από τις 11 Μαΐου του 330, από τα εγκαίνια της Πόλης, ως τις 29 Μαΐου του 1453 (τη μέρα που με θέληση θεϊκή ανατράπηκε η φυσική τάξη), οριοθετούνται τα χρόνια της μεγαλοσύνης του Μεσαιωνικού Ελληνισμού. Ταυτόσημο το Βυζάντιο με την Κωνσταντινούπολη.

«Μέσα στην κατακερματισμένη δυτική, μεσαιωνική Ευρώπη, η Πόλη, η Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη, έμεινε πάνω από 1000 χρόνια η μοναδική, η νόμιμη κληρονόμος της Ρωμαϊκής παγκοσμιότητας. Αντιπροσωπεύοντας το ιδεώδες της πολιτικής και πνευματικής συνοχής υλοποιεί την οικουμενική υπόσταση της αυτοκρατορίας».

Ο Γάλλος φιλέλληνας κα λογοτέχνης Σατωβριάνδος, που γνώρισε την Πόλη, σημείωσε με θαυμασμό: «Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να πει κανείς ότι η Κωνσταντινούπολις είναι η πιο όμορφη πινελιά του Σύμπαντος».

Αξίζει να αναφερθούμε στην Πόλη και στις καλλονές της, για να συνειδητοποιήσουμε τι σήμαινε και τι σημαίνει η Άλωσή της.

Ο κομψότατος εγκωμιαστής της, Μανουήλ Χρυσολωράς, σε πανηγυρικό του, ανάμεσα στα άλλα, αναφέρει: «Αν και τίποτε άλλο δεν θα είχαμε να πούμε, όμως θα θαυμάζαμε τη θέση της ανάμεσα στις δύο ηπείρους, την Ευρώπη δηλαδή και την Ασία, αλλά και η ένωσις των δύο θαλασσών, της βορείας και της μεσημβρινής, είναι θαυμαστή, ώστε από τη μια μεριά διά των ηπείρων, και από την άλλη διά των θαλασσών, ή καλύτερα και διά των δύο, να συνδέη σαν με ένα κοινόν σύνδεσμον και πάλι να αποκλείη μεταξύ τους –σαν να στέκεται πάνω σε πύλες– την οικουμένην και τα έθνη που φέρει επάνω της. Και τούτο –ότι εξουσιάζει δύο ηπείρους και δύο θάλασσες– δεν είναι μόνον χρήσιμον και ωραίον, αλλά δικαίως θα ενόμιζεν κανείς ότι είναι και βασιλικόν»3. Και ο σπουδαιότερος εγκωμιαστής της, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, έγραψε: «Η νεώτερη Ρώμη, δηλαδή το Βυζάντιον, υπερέχει των άλλων πόλεων, όσον ο έναστρος ουρανός από την γην».

«Οπλοτέρη Ρώμη η προφέρουσα πολήων

Οσσάτιον γαίης ουρανός αστερόεις».

Αλλά ας παρακολουθήσουμε τη γραφίδα του Σκιαθίτη καλλιτέχνη του λόγου, του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, να μας παρουσιάζει το εξαίσιον θέαμα:

«Την είδον τόσαις φοραίς. Την είδον από της γης, την είδον από θαλάσσης. Και την εκαμάρωσα, ως καμαρώνουν οι νυμφαγωγοί την νύμφην εις τας νήσους. Και είναι όντως νύμφη η Πόλις, Νύμφη της Ανατολής, νύμφη του Γένους. Νύμφη του κύματος και των αφρών, και νύμφη των κήπων και των λειμώνων. Επάνω εις τους αφρούς και επάνω εις τα άνθη. Εκεί όπου, όπισθεν πλατάνων και κυπαρίσσων, εις τα χλοερά εκείνα τσαΐρια, ανελίσσεται όλη των ανθέων της η ποικιλία, από του ναρκίσσου και υακίνθου, μέχρι του γιασεμιού και των ρόδων· εκεί όπου ο δινήεις Βόσπορος σχηματίζει την παιγνιώδη εκείνην αναφοράν του, όταν το ρεύμα του Ευξείνου το ολόδροσον έρχεται να φιλήση του Γένους την νύμφην και βασίλισσαν...

»Την είδον από θαλάσσης· την είδον από ξηράς. Από θαλάσσης αναπαυομένην υπό τας αμφιλαφείς σκιάς αιωνοβίων πλατάνων, με υψηλούς μαύρους δορυφόρους κύκλω, την υψιτενή παράταξιν των σιωπηλών και ακινήτων κυπαρίσσων.

»Και από ξηράς αναδυομένην εκ των κυμάτων, την ώρα την γλυκείαν της αυγής, με ένα βαθύχρουν τεφρόν πέπλον σκεπασμένην, τον οποίον σιγά σιγά επανεγείρει η Ανατολή με τας ροδίνους αβράς χείρας της, ίνα αναφανή εις τον κόσμον το υπερφυές θέαμα ναών και παλατίων... αναμμένην θαρρείς, εν θεατρική φωταγωγία εορτής, εις τα υαλώματα και τους χρυσούς ορόφους, επί των οποίων προσήναψε πυρσούς χαράς ο ήλιος. Και πλέουν τότε μέσα εις το πέλαγος φωτός, εξαισίως πανηγυρικού, συνοικισμοί απέραντοι, λόφοι κεκαλυμμένοι με κατοικίας, και ακταί με παλάτια βασιλικά και μέγαρα αρχόντων. Πέλαγος οικιών και κύματα παλατίων και ναών και τζαμίων».

Και προσθέτει ο Μωραϊτίδης: «Αφορμή της κτίσεως υπήρξεν εν όνειρον, μία οπτασία. Και εν όνειρον και μίαν οπτασίαν εκληροδότησε, κτισθείσα εις το Γένος. Άγγελοι την ζωγράφησαν και άγγελοι εχάραξαν το σχέδιόν της, το οποίον έκτοτε υπάρχει χαραγμένον με χρυσάς γραμμάς εις τα φυλλοκάρδια του Γένους».

«Όλες οι πολιτείες θα χαθούν, μα όσο υπάρχουν άνθρωποι η Κωνσταντινούπολη θα μείνει αθάνατη», έγραφε τον 16ο αιώνα ο Γάλλος φυσιοδίφης Πιερ Ζιλ, όταν αντίκρυσε τη Βασιλεύουσα4.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος στην πορεία του προς Νότον, εναντίον του Μαξεντίου, όταν το μέλλον του ήταν σε κίνδυνο, αυτός και όλος ο στρατός του, είδαν ένα όραμα. Ένα λαμπρό σταυρό στον ουρανό, με την επιγραφή: «Εν τούτω νίκα». Την ίδια νύχτα ο Χριστός βεβαίωσε το όραμα στο όνειρο του αυτοκράτορα. Αυτό συγκλόνισε τον Κωνσταντίνο, που υιοθέτησε για έμβλημά του το λάβαρο με τον σταυρό και κάτω από αυτή τη σημαία οδήγησε τον στρατό του στη νίκη. Όπως φαίνεται από τα νομίσματα και τα διατάγματά του, ο Κωνσταντίνος είχε ταχθεί αναφανδόν υπέρ του Χριστιανισμού και υπερμαχούσε γι’ αυτόν όπως αποδείχθηκε και σε περίοδο αιρέσεων. Γι’ αυτό θεωρήθηκε από όλους Ισαπόστολος, ο δέκατος τρίτος απόστολος. Το αποκορύφωμα της υποστήριξης του Χριστιανισμού υπήρξε η αποστολή της μητέρας του, Αγίας Ελένης, στα Ιεροσόλυμα, όπου με θαυματουργική βοήθεια, βρήκε την ακριβή θέση του Γολγοθά, έβγαλε από τη γη τον Τίμιο Σταυρό, τους σταυρούς των ληστών, τη λόγχη, τον σπόγγο, τον ακάνθινο στέφανο και ό,τι άλλο σχετίζεται με τα Θεία Πάθη. Ο Κωνσταντίνος συνάθροισε πληθυσμό στη Βασιλεύουσα από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας παρέχοντας πολλά προνόμια και ο βυζαντινός λαός, ζωηρός, χαρούμενος, με όλα τα προσόντα και ελαττώματα της ρωμαίικης φυλής, εξέφραζε μέσα από τα τραγούδια του τη χαρά, το φως, την ελπίδα για τη ζωή και τη διάθεση συγκερασμού εσωστρέφειας και εξωστρέφειας, δύο στοιχεία που τον συνόδευαν στη ζωή του, λόγω της διπλής του ιδιότητας, να είναι Έλληνας και Ορθόδοξος.

«Βασιλεύουσα»

Ο όρος «Βασιλεύουσα» δεν χαρακτήριζε μόνο την Κωνσταντινούπολη ως «έδρα της Βασιλείας των Ρωμαίων», αλλά τη μόνη που βασίλευε και από την οποία εκπορευόταν η τάξη, η δικαιοσύνη, η φιλανθρωπία. Η «Βασιλεύουσα» υπήρξε η έδρα της φιλανθρωπίας, με τη βαθύτερη σημασία του όρου: Αγάπη για τον άνθρωπο.

Το «Τυπικό» του Μιχαήλ Ατταλειάτη είχε προβλέψει την ίδρυση ασύλου στη Ραιδεστό και τη διανομή αγαθών ως ελεημοσύνη στους φτωχούς της Κωνσταντινούπολης. Στη Μονή του Παντοκράτορος ιδρύθηκε τον 12ο αιώνα ένα νοσοκομείο με πενήντα κρεβάτια. Είχε ιατρικό προσωπικό από εξήντα άτομα, πέρα από το διοικητικό και βοηθητικό. Υπήρχε αίθουσα παροχής ιατρικών συμβουλών με πέντε τμήματα, το καθένα για διαφορετικό τύπο ασθενειών και υπό την επίβλεψη γιατρών και βοηθών με πλήθος νοσοκόμων. Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών για το «φιλάνθρωπον» του αυτοκράτορα και το «νοσοκομείν τους πάσχοντας» αποτελεί πρώτιστον καθήκον της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης και φιλοσοφία με βάση την οποία οργανώθηκαν και λειτούργησαν όλα τα ιδρύματα της Πόλης. Η παράδοση συνεχίστηκε και μετά την Άλωση. Μέχρι σήμερα η Εκκλησία της Βασιλεύουσας εξακολουθεί να «νοσοκομεί τους πάσχοντας».

Τα εξωτερικά επίσης στοιχεία του αυτοκρατορικού μεγαλείου, (κοσμήματα περίτεχνα, ενδύματα πολυτελή, εικόνες και λάβαρα, σημεία και σύμβολα, η πορφύρα), όλα προκαλούσαν σεβασμό και δέος.

Ο Πατριαρχικός Θρόνος, με τη λήξη του έτους, στέλνει δυναμικό μήνυμα αγάπης που ξεπηδά από το σπήλαιο της Γέννησης. Κι ο αυτοκράτορας, την ημέρα των Χριστουγέννων, σε μία από τις αίθουσες ακροάσεως του Μεγάλου Παλατίου, μπροστά σε συγκέντρωση επισήμων, έδινε σε αξιωματούχους τα «υπατικά δίπτυχα», δηλαδή διπλώματα και διακρίσεις σε εγχάρακτες πλάκες από ελαφαντόδοντο. Ήταν μια κίνηση που συμβόλιζε την κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο. Ο νεογέννητος Χριστός τιμά με τη σάρκωσή Του τον άνθρωπο και του δίνει τη διάκρισή του. Του δίνει τη δυνατότητα να θεωθεί.

Αυτό το ίδιο το αυτοκρατορικό νόμισμα, χάρη στον ατόφυο χρυσό, αλλά κυρίως χάρη στην επιγραφή και στις παραστάσεις που το κοσμούσαν, διαλαλούσε απανταχού της γης (παγκόσμια ήταν η κυκλοφορία του), τα θεμελιώδη γνωρίσματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, το θεοπρόβλητο δηλαδή του αυτοκράτορα (στο νόμισμα εικονίζεται ο Χριστός ή ο άγγελός του να στέφει τον βασιλέα) και το απέραντο στον χώρο και στον χρόνο της εξουσίας, που μόνο το Βυζάντιο κληρονόμησε από τη Ρώμη. Η ρήση «όπου αυτοκράτορας εκεί η Ρώμη» μεταφράζεται στο Βυζάντιο, όπου η εικόνα του αυτοκράτορα, εκεί η ρωμαϊκή κυριαρχία. Στα μέσα του 7ου αιώνα, αναφερόμενος στα όρια του Βυζαντίου, ο Ιάκωβος ο Νεοφώτιστος, γράφει: «Από του Ωκεανού τουτέστι της Σκοτίας και Βρετανίας και Φραγγίας... έως Περσίδος και πάσης Ανατολής και Αιγύπτου και Αφρικής και άνωθεν, τα όρια των Ρωμαίων έως σήμερον και αι στήλαι των βασιλέων αυτών διά χαλκών και μαρμάρων φαίνονται...». Το βυζαντινό νόμισμα ταξίδεψε παντού στη γη. Έναν αιώνα πριν από τον Ιάκωβο, ένας άλλος απλός μοναχός, ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης (χρωστά το όνομά του στο ταξίδι του στον Ινδικό Ωκεανό), δηλώνει για τους Βυζαντινούς ότι «εν τω νομίσματι αυτών εμπορεύονται πάντα τα έθνη, και εν παντί τόπω απ’ άκρου γης έως άκρου γης δεκτόν εστι θαυμαζόμενον παρά παντός ανθρώπου». Ορθοδοξία και αυτοκρατορία «Imperium και Sacerdotium» υπήρξαν οι καταβολές της οικουμενικότητας και παγκοσμιότητας του Βυζαντίου, που είχε ουράνια διάσταση.

Κατά τον τίτλο της «Επαναγωγής», ο αυτοκράτορας ήταν «των όντων... η φυλακή και ασφάλεια, των απολωλότων η ανάληψις, των απόντων η ανάκτησις».

Και η αυτοκρατορική αμφίεση, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, δηλώνει ότι: «Τους τε μαγίστρους και πατρικίους εν τύπω χρηματίζων των Αποστόλων, τον τε χρηστόν βασιλέα, κατά το εφικτόν, αναλογούντα τω Θεώ». Τη μίμηση Θεού επιδιώκουν συμπληρωματικά και κάποτε αντίμαχα στο Βυζάντιο ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης, καθένας στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (ο κόσμος των σωμάτων για τον αυτοκράτορα, ο κόσμος των ψυχών για τον πατριάρχη) ένα είδος «Χριστοτοποτηρητή».

'Ετσι έμεινε αθάνατη η Ρωμανία, που σύμφωνα με το ποντιακό τραγούδι "και πεθαμένη ακόμη ανθίζει". Το βυζάντιο δημιούργησε πολιτισμό, που καταύγασε και εκπολίτισε την Οικουμένη. Με ανώτερη και ανώτατη παιδεία, με άριστα οργανωμένο κρατικό μηχανισμό, με οικονομική πολιτική, βιομηχανία, ναυτιλία, εξωτερικό εμπόριο, κοινωνικ΄ξ πρόνοια, γράμματα και τέχνες.

Ιδανικό του κάθε Βυζαντινού πολίτη ήταν η μόρφωση. Την απαιδευσία, την έλλειψη πνευματικής καλλιέργειας, τη θεωρούσαν οι Βυζαντινοί ατύχημα και συμφορά. Το πρώτο πράγμα που διδασκόταν ένα παιδί, όταν γινόταν έξι χρόνων, ήταν η γραμματική ή «το ελληνίζειν την γλώσσαν». Τον 11ο αιώνα, επί αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού, τα σχολεία ήταν ανοιχτά και προσιτά σε όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από εθνικότητα και κοινωνική τάξη των γονέων τους. Ο κορυφαίος φιλόσοφος Μιχαήλ Ψελλός, στην ηλικία των 14 ετών είχε την ικανότητα να απαγγέλλει Ιλιάδα από μνήμης. Με τη γραμματική οι νέοι μάθαιναν ρητορική, φιλοσοφία, και τέσσερις τέχνες, την αριθμητική, τη γεωμετρία, τη μουσική και την αστρονομία. Μπορούσαν επίσης να διδαχθούν νομικά, ιατρική, φυσική και από δασκάλους κληρικούς, θρησκευτικά. Οι μορφωμένοι και λόγιοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης χρησιμοποιήθηκαν ποικιλοτρόπως από το Οθωμανικό κράτος.

Το Βυζάντιο εκπολίτισε και έβγαλε από τη βαρβαρότητα χώρες ολόκληρες. Η επικαιρότητα του έργου των Κυρίλλου και Μεθοδίου διαφαίνεται και από την «ες αεί» θεμελίωση της χριστιανικής θρησκείας και γραφής. Οι Άγιοι αυτοί έφεραν την κωνσταντινουπολίτικη ακτινοβολία ως την κεντρική Ευρώπη δηλαδή τη Μοραβία, ως τα βάθη του Πόντου (η αναφορά εδώ είναι στο έργο του Κυρίλλου προς τους Χαζάρους και για τον πρώτο εκχριστιανισμό των Ρώσων).

Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος έδωσαν στους Σλάβους τα χριστιανικά φώτα και πρώτοι έφεραν τα σύνορα της οικουμενικής εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης πέρα από τα σύνορα της τότε παγκόσμιας αυτοκρατορίας του Βυζαντίου.

Η ευόδωση της προσπάθειας του πατριάρχη Φωτίου προς τους λαούς του Πόντου θα συμπληρωθεί έναν αιώνα αργότερα από την προσπάθεια που θα καταβάλει ο πατριάρχης και μαζί αντιβασιλέας, Νικόλαος ο Μυστικός. Αυτός εδραίωσε τον χριστιανισμό των Αλανών και Αβασγών, των λαών δηλαδή που οι απόγονοί τους ζουν στις παρυφές του Καυκάσου και σχηματίζουν σήμερα μαζί με τους Αρμενίους το ακραίο προπύργιο της Χριστιανοσύνης. Η νοητή γραμμή που διασχίζει την Αδριατική από τις δαλματικές ακτές και κάτω, ως τη μεγάλη Σύρτη, ως την Κυρηναϊκή: Την περιοχή δηλαδή που στάθηκε με τη σειρά της ως την αραβική κατάκτηση (τέλος 7ου αιώνα) ακραίο φυλάκιο ελληνοσύνης και ενδόξου βυζαντινισμού, όπως θα έλεγε ο Καβάφης.

Η Βενετία, εδώ και πεντακόσια χρόνια, είναι ένα άλλο Βυζάντιο, χάρη στους Βυζαντινούς. Η Ευρώπη σε στιγμές αυτοσυνειδησίας ομολογεί ότι οφείλει τον πολιτισμό της στο Βυζάντιο.

Η ακτινοβολία της Βασιλεύουσας με τους θόλους και τα αετώματα, τις χρωματιστές ψηφίδες, που αποτελούν το φόντο στις μικρογραφίες των ιστορημένων χειρογράφων, μας δίνουν μια εικόνα λαμπρή, αν και οι Βυζαντινοί αρχιτέκτονες φύλαγαν τις ωραιότερες δημιουργίες τους για τα εσωτερικά.

Αλλά όταν ακούμε για Κωνσταντινούπολη, ο νους πάει στο αιώνιο σύμβολό της, την Αγιά Σοφιά, «το μέγα μοναστήρι με τα τετρακόσια σήμαντρα και τις εξήντα δυο καμπάνες».

Ένας περιηγητής του 12ου αιώνα γράφει: «Δεν υπάρχει άλλη πολιτεία στη Γη που να μπορεί να συγκριθεί με την Κωνσταντινούπολη. Εδώ βλέπει κανείς τον περίφημο ναό της Αγίας Σοφίας... Ο αριθμός των ναών είναι ίσος με τον αριθμό των ημερών του χρόνου. Οι θησαυροί, όμως, της Αγίας Σοφίας είναι αναρίθμητοι... Κι έτσι έχει γίνει σπουδαίος ναός, που δεν υπάρχει ομοιός του στον κόσμο»5. Όμως ο Μάιος, ο ωραιότερος ίσως μήνας του έτους, φέρνει στη σκέψη μνήμες οδυνηρές, αφού είναι ο μήνας της Άλωσης της «Βασιλίδος των Πόλεων». Ο μήνας κατά τον οποίο ο Μωάμεθ Β’ εξεπόρθησε βίαια τη Βασιλεύουσα.

Ο Κωνσταντίνος, ο υιός της Ελένης, ίδρυσε την Κωνσταντινούπολη, και πάλιν επί Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου, δυστυχούς βασιλέως, Ελένης υιού και αυτού, «Η πόλις εάλω και εις εσχάτην δουλείαν τε και κακοδαιμονίαν κατήχθη», κατά τον Κριτόβουλον τον Ίμβριον.

Ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος ήλθε στον κόσμο σε καιρό που το Βυζάντιο ψυχορραγούσε και δεν ήταν πια στις δόξες του. Γιος του Μανουήλ Παλαιολόγου και της Ελένης, ήταν ο πιο αγαπημένος του λαού μέσα στα τέσσερα αδέλφια του, γιατί ήταν στολισμένος με αρετές υψηλές. Καλόγνωμος και μετρημένος στη ζωή, ανδρείος, με ταπείνωση, πράος, με θεοσέβεια, πονόψυχος, γλυκομίλητος, στολισμένος με σεμνότητα και υπομονή πολλή. Γι’ αυτό σύσσωμος ο λαός τον διάλεξε, όταν πέθανε ο Ιωάννης Παλαιολόγος. Δεν θέλησε να γίνει η στέψη του στην Αγιά Σοφιά, με πανηγυρισμούς και τυμπανοκρουσίες, γιατί οι καιροί ήταν δύσκολοι και το βασίλειο είχε φτωχύνει. Στέφθηκε βασιλιάς στον Άη Δημήτρη, στον Μυστρά, και σαν έφθασε στην αγαπημένη του Πόλη, ύπνο δεν έδωκε στα μάτια του, στα τέσσερα χρόνια που βασίλεψε6.

Όσα λέγει όταν ακούει τις προτάσεις του Μωάμεθ να παραδώσει την Πόλη, συμπυκώνονται στην ηρωική του απάντηση: «...το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν εστί ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη· κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών», κατά τον ιστορικό της Άλωσης, Δούκα.

Κατά τον ίδιο ιστορικό, να πώς πεθαίνει ο Κωνσταντίνος, πραγματοποιώντας όσα παρήγγειλε στον Μωάμεθ: «ο βασιλεύς ουν απαγορεύσας εαυτόν, ιστάμενος βαστάζων σπάθην και ασπίδα, είπε λόγον λύπης άξιον –«ουκ έστι τις των Χριστιανών τού λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού;» – ην γαρ μονώτατος απολειφθείς. Τότε εις των Τούρκων, δους αυτώ κατά πρόσωπον και πλήξας, και αυτός τω Τούρκω ετέραν εχαρίσατο· των όπισθεν δ’ έτερος καιρίαν δους πληγήν, έπεσε κατά γης· ου γαρ ήδεισαν ότι ο βασιλεύς εστιν, αλλ’ ως κοινόν στρατιώτην τούτον θανατώσαντες αφήκαν».

Αγωνίστηκε μέχρις εσχάτων «σαν τον ποιμένα τον καλό», που θυσιάζει την ψυχή του για τα πρόβατα.

Ο ιστορικός Α. Α. Βασίλιεφ αναφέρει ότι ο πατριάρχης, το πλήθος των ιερέων, ο αυτοκράτορας και οι ευγενείς παρακολούθησαν την τελευταία χριστιανική ακολουθία στον ναό της Αγίας Σοφίας. Ο αυτοκράτορας και η ακολουθία του μετέλαβαν των Αχράντων Μυστηρίων και αποχαιρέτησαν τον πατριάρχη. Η ιερή Ακολουθία, στην πραγματικότητα, ήταν μία επιθανάτια λειτουργία. Στιγμή από τις πιο τραγικές της ιστορίας.

Στη συνέχεια, στιγμή φοβερή! Ο Κωνσταντίνος αποκρούει επί τέσσερις ώρες μεγάλες εφόδους. Πίστευε ότι θα κατισχύσει της επιμονής του Μεχμέτ Β’, όταν βλέπει απροσδόκητα τους εχθρούς να εισβάλλουν στα τείχη και να τον περικυκλώνουν από παντού. Όρμησε ηρωικά στο πυκνότερο στίφος των αντιπάλων, αγωνιζόμενος ως ο έσχατος των στρατιωτών7 και το «αίμα έρρεε ποταμηδόν εκ των ποδών και των χειρών», λέγει ο Φραντζής. Ο Κωνσταντίνος έπεσε ηρωικώς μαχόμενος, όπως και η Πόλη. «Η Κερκόπορτα», εκείνη τη στιγμή, «ένας κόκκος άμμου, έκρινε την ιστορία του κόσμου». Στις 29 Μαΐου 1453, ένας πολιτισμός σαρώθηκε αμετάκλητα (...).

Στ’ αυτιά φθάνει ο ιστορικός απόηχος του θρήνου του αυτόπτη ιστορικού της Άλωσης Δούκα:

«Ω πόλις, πόλις, πόλις πόλεων πασών κεφαλή! Ω πόλις, πόλις, κέντρον των τεσσάρων του κόσμου μερών! Ω πόλις, πόλις, Χριστιανών καύχημα και βαρβάρων αφανισμός! Ω πόλις, πόλις, άλλη παράδεισος φυτευθείσα προς δυσμάς, πού σου το κάλλος, παράδεισε; πού σου η χαρίτων του πνεύματος ευεργετική ρώσις ψυχής τε και σώματος;...». Έπεσε ένα από τα πλέον ισχυρά προπύργια κατά της βαρβαρότητας.

Κι ο άλλος αυτόπτης μάρτυς της Άλωσης, ο ιστορικός Γεώργιος Φραντζής, που είδε από κοντά τις φρικιαστικές στιγμές, γράφει: «Τις διηγήσεται τους τε κλαυθμούς και θρήνους; ει και εκ ξύλου άνθρωπος ή και εκ πέτρας ην, ουκ ηδύνατο μη θρηνήσαι!». «Ω, φρίξον ήλιε! Ω, στέναξον γη! Εάλω η Πόλις...!»

Ο ιστορικός της Άλωσης, Μιχαήλ Κριτόβουλος ο Ίμβριος, μας έδωσε τη σκηνή της εισόδου του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ του Πορθητή στην Πόλη, μετά την κατάληψη και καταστροφή της: «Ο δε βασιλεύς, γράφει, μετά ταύτα εισελθών εις την πόλιν, κατεθεάτο το μέγεθος και την θέσιν αυτής, την τε λαμπρότητα και καλλονήν, το τε πλήθος και μέγεθος και κάλλος των τε ναών και των δημοσίων οικοδομημάτων, των τε ιδιωτικών οικιών και κοινών και των εν δυνάμει όντων...

»Εώρα δε και το πλήθος των απολλυμένων και την ερήμωσιν των οικιών και την παντελή φθοράν αυτής και τον όλεθρον· και οίκτος αυτόν ευθύς εσήει και μετάμελος ου μικρός της απωλείας τε και διαρπαγής και δάκρυον αφήκε των οφθαλμών, και μέγα στενάξας τε και περιπαθείς, “οίαν, έφη, πόλιν εις διαρπαγήν και ερήμωσιν εκδεδώκαμεν;” ούτως έπαθε την ψυχήν».

Η Πόλη και στην έσχατη ταπείνωσή της είχε ομορφιά, που έκανε τους νικητές να λυπούνται και να μεταμελούνται, γιατί ταπείνωσαν μια πολιτεία «καλλονή», γνωστή σ’ Ανατολή και Δύση. Όμως, ας μη μείνουμε στον θρήνο για την Άλωση. Η Βασιλεύουσα ζει! Χιλιάδες οι επιστήμονες, Βυζαντινολόγοι και ιστορικοί σ’ όλο τον πλανήτη, μελετούν τον πολιτισμό της, τα πνευματικά της δημιουργήματα. Ζει με τα λογοτεχνικά και υμνογραφικά της κείμενα, με τα ψηφιδωτά, τις τοιχογραφίες, τον κοσμητικό της πλούτο. Αναρίθμητα τα βυζαντινολογικά συνέδρια σ’ Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο. Από τον Βόρειο Πόλο, από τη Φινλανδία, όπου οι Μονές Βάλαμο και Λίντουλα αποτελούν κέντρα βυζαντινών ερευνών, μέχρι τη Βενετία που είναι κατά γενικήν ομολογία «ένα άλλο Βυζάντιο».



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. Σχετικά. Στήβεν Ράνσιμαν: Βυζαντινός Πολιτισμός, μετάφραση Δέσποινας Δετζώρτζη. Αθήνα 1969. σ. 13-15.

2. Βλ. Ελένη Arweiller-Γλύκατζη. Παγκοσμιότητα και επικαιρότητα του Βυζαντίου, έκτακτος συνεδρία της 29 Μαΐου 1992. Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών: τ. 67(1992) τεύχ. 1. εν Αθήναις 1992. σ. 453-454.

3. Βλ. Περιοδικόν «Η ΔΡΑΣΙΣ ΜΑΣ», τεύχος 359. Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος 1998. σ. 196.

4. Κωνσταντινούπολη η Βασιλεύουσα. Ημερολόγιο 1997, εκδόσεις Μίλητος. Αθήνα 1997. χ.α.σ.

5. Κ. Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα. τ.Α’. Αθήνα 1984. σ. 2251.

6. Βλ. Νικ. Τωμαδάκη, ο.π. όπου Κριτόβουλος ο Ίμβριος, σ. 130.

7. Κ. Παπαρρηγόπουλος. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Βιβλίον ΙΓ’ σελ. 454-455.

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ http://www.istoria.gr/may03/ealo.htm